Νέοι όροι και προϋποθέσεις ισχύουν για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα επιβατών και τον έλεγχο των μεταφορικών επιχειρήσεων σύμφωνα με απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, Κωνσταντίνου Κυρανάκη.φωτό αρχείου
Άρθρο 8
Προϋποθέσεις και δικαιολογητικά σχετικά με την απαίτηση κατάλληλης επαγγελματικής επάρκειας
1. Για να πληροί την απαίτηση της κατάλληλης επαγγελματικής επάρκειας, η μεταφορική επιχείρηση πρέπει να έχει ορίσει διαχειριστή μεταφορών ο οποίος κατέχει Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Επάρκειας (ΠΕΕ), πληροί τα εχέγγυα αξιοπιστίας και έχει γνήσια σχέση με την επιχείρηση κατά την έννοια της περ. (β) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 1071/2009 ή ασκεί τα καθήκοντα διαχειριστή μεταφορών βάσει σύμβασης με την επιχείρηση. Ένα φυσικό πρόσωπο μπορεί να οριστεί διαχειριστής μεταφορών σε περισσότερες από μια μεταφορικές επιχειρήσεις με τις οποίες έχει γνήσια σχέση. Ένα φυσικό πρόσωπο μπορεί να οριστεί διαχειριστής μεταφορών βάσει σύμβασης σε μία μόνο μεταφορική επιχείρηση.
2. Για την απόδειξη της επαγγελματικής επάρκειας της επιχείρησης κατά την έκδοση και ανανέωση της ΑΟΜ κατατίθενται τα ακόλουθα δικαιολογητικά:
(α) Έγγραφο που αποδεικνύει τη σχέση του διαχειριστή μεταφορών με την επιχείρηση, ως εξής:
(αα) Εάν ο διαχειριστής μεταφορών έχει γνήσια σχέση με την επιχείρηση:
(i) Υπεύθυνη δήλωση του φυσικού προσώπου, ιδιοκτήτη της επιχείρησης, ότι θα ασκεί καθήκοντα διαχειριστή μεταφορών ο ίδιος ή
(ii) έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι ο διαχειριστής μεταφορών είναι υπάλληλος της επιχείρησης ή
(iii) καταστατικό ή άλλο έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι ο διαχειριστής μεταφορών είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ή εταίρος ή μέτοχος του νομικού προσώπου.
(αβ) Εάν ο διαχειριστής μεταφορών ασκεί τα καθήκοντά του βάσει σύμβασης:
(i) Αντίγραφο της σύμβασης με την οποία η επιχείρηση αναθέτει σε φυσικό πρόσωπο να ασκεί τα καθήκοντα του διαχειριστή μεταφορών. Η σύμβαση έχει το ελάχιστο περιεχόμενο της περ. (β) της παρ. 2 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 1071/2009 και
(ii) υπεύθυνη δήλωση του διαχειριστή μεταφορών ότι δεν έχει οριστεί να εκτελεί τα καθήκοντα του διαχειριστή μεταφορών σε άλλη επιχείρηση με γνήσια σχέση ή με σύμβαση.
(β) Το ΠΕΕ του διαχειριστή μεταφορών, με τις εξής διακρίσεις:
(βα) Εάν ο διαχειριστής μεταφορών έχει γνήσια σχέση με την επιχείρηση, κατατίθεται αντίγραφο του ΠΕΕ.
(ββ) Εάν ο διαχειριστής μεταφορών ασκεί τα καθήκοντά του βάσει σύμβασης, κατατίθεται το πρωτότυπο ΠΕΕ, το οποίο παραμένει στο αρχείο που τηρεί η αρμόδια αρχή για τη μεταφορική επιχείρηση.
(γ) Φορολογικό ή άλλο έγγραφο που αποδεικνύει ότι ο διαχειριστής μεταφορών έχει την κατοικία του εντός της ΕΕ.
3. Η ΑΟΜ δεν εκδίδεται εάν προηγουμένως δεν έχει καταχωριστεί στο Εθνικό Μητρώο Μεταφορικών Επιχειρήσεων (ΕΜΜΕ) το ΠΕΕ του διαχειριστή μεταφορών από την αρχή που το εξέδωσε. Τα ΠΕΕ που εκδόθηκαν έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2015, εάν δεν καταχωρίστηκαν στο ΕΜΜΕ από την αρχή που τα εξέδωσε, καταχωρίζονται από την αρμόδια αρχή που ορίζει τον διαχειριστή μεταφορών της μεταφορικής επιχείρησης.
4. Τα ΠΕΕ που έχουν χορηγηθεί σε εφαρμογή του άρθρου 7 του π.δ. 346/2001 εξακολουθούν να ισχύουν ως απόδειξη της επαγγελματικής επάρκειας.
5. Ο διαχειριστής μεταφορών παύει να ασκεί τα καθήκοντά του στις εξής περιπτώσεις:
α) σε περίπτωση θανάτου ή φυσικής ή δικαιοπρακτικής ανικανότητας,
β) αν λήξει η σύμβασή του ή η γνήσια σχέση του με την μεταφορική επιχείρηση επιβατών για οποιονδήποτε λόγο,
γ) αν η μεταφορική επιχείρηση επιβατών ορίσει άλλο φυσικό πρόσωπο ως διαχειριστή μεταφορών,
δ) αν εκδοθεί απόφαση περί απώλειας των εχέγγυων αξιοπιστίας στο πρόσωπό του, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 14 της παρούσας.
Άρθρο 9
Προσωρινή λειτουργία μεταφορικής επιχείρησης σε περίπτωση κληρονομίας
1. Σε περίπτωση θανάτου του φυσικού προσώπου, στο όνομα του οποίου είχε εκδοθεί η Α.Ο.Μ., στην περίπτωση που η επιχείρηση είναι φυσικό πρόσωπο, οι κληρονόμοι, στο όνομα των οποίων εκδίδεται νέα άδεια κυκλοφορίας του κληρονομούμενου οχήματος σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, μπορούν, με αίτησή τους προς την αρμόδια αρχή, να ζητήσουν να επιτραπεί η προσωρινή συνέχιση της λειτουργίας της μεταφορικής επιχείρησης, προκειμένου να αποκτήσουν Α.Ο.Μ. Με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη που εκδίδεται μετά από εισήγηση της αρμόδιας αρχής, χορηγείται στους κληρονόμους δικαίωμα προσωρινής λειτουργίας διάρκειας ενός (1) έτους από το θάνατο του φυσικού προσώπου στο όνομα του οποίου είχε εκδοθεί η Α.Ο.Μ., για την απόκτηση Α.Ο.Μ. επιβατών, από αυτούς. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να παραταθεί αιτιολογημένα, κατόπιν αιτήσεως, για έξι (6) επιπλέον μήνες. Για κληρονόμους που είναι ανήλικα πρόσωπα, κατ’ εξαίρεση, οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 10 του άρθρου 20 του ν. 3185/2003 (Α’ 229).
2. Στην περίπτωση που το φυσικό πρόσωπο, στο όνομα του οποίου είχε εκδοθεί η Α.Ο.Μ., καταστεί φυσικά ή δικαιοπρακτικά ανίκανο, το δικαίωμα προσωρινής λειτουργίας δύναται να χορηγηθεί, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, με αίτηση του δικαστικού συμπαραστάτη, προκειμένου αυτός να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την χορήγηση νέας Α.Ο.Μ.
3. Δικαίωμα προσωρινής λειτουργίας μεταφορικής επιχείρησης χορηγείται και στην περίπτωση που το φυσικό πρόσωπο που είχε ορισθεί ως διαχειριστής μεταφορών, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 8 της παρούσας, πεθάνει ή καταστεί φυσικά ή δικαιοπρακτικά ανίκανο ή διακόψει τη σχέση του με την μεταφορική επιχείρηση (γνήσια ή μη γνήσια), για οποιονδήποτε λόγο. Στην περίπτωση αυτή, κατόπιν αιτήσεως της μεταφορικής επιχείρησης και εισήγησης της αρμόδιας αρχής, με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη, χορηγείται δικαίωμα προσωρινής λειτουργίας της μεταφορικής επιχείρησης για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών, το οποίο μπορεί να παραταθεί αιτιολογημένα, κατόπιν αιτήσεώς της, για τρεις (3) επιπλέον μήνες, για την απόκτηση Α.Ο.Μ. επιβατών.
4. Οι επιχειρήσεις μεριμνούν μέσα στην παραπάνω χρονική περίοδο για την αντικατάσταση του φυσικού προσώπου με άλλο, ώστε να πληροί τις απαιτήσεις της παρ. 2 του άρθρου 4 της παρούσας. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται με την προσκόμιση στην αρμόδια αρχή των δικαιολογητικών της παρ. 1 του άρθρου 9 της παρούσας, προκειμένου να εκδοθεί στο όνομα των εν λόγω επιχειρήσεων νέα Α.Ο.Μ.
5. Τα φυσικά ή τα νομικά πρόσωπα που λειτουργούν προσωρινά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δύνανται, κατά τη διάρκεια της προσωρινής λειτουργίας τους, να μεταβιβάσουν τα οχήματα ιδιοκτησίας τους σε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που διαθέτουν Α.Ο.Μ. επιβατών.
6. Εάν οι ανωτέρω τιθέμενες προθεσμίες παρέλθουν άπρακτες εφαρμόζονται αναλογικά οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 12.
Άρθρο 10
Χορήγηση αντιγράφου ΑΟΜ ή ΠΕΕ λόγω απώλειας, κλοπής ή φθοράς
1. Σε περίπτωση απώλειας, κλοπής, ολικής καταστροφής από οποιαδήποτε αιτία ή φθοράς της ΑΟΜ ή του ΠΕΕ εκδίδεται αντίγραφο από την αρμόδια υπηρεσία που τα εξέδωσε ή από την υπηρεσία που τηρεί το σχετικό αρχείο, με αίτηση – υπεύθυνη δήλωση του δικαιούχου.
Η αίτηση συνοδεύεται από τα εξής δικαιολογητικά:
(α) Φωτοαντίγραφο αστυνομικής ταυτότητας ή ισχύοντος ελληνικού διαβατηρίου ή άλλου εγγράφου αναγνώρισης ταυτότητας του φυσικού προσώπου που υποβάλλει την αίτηση.
(β) Δύο (2) πρόσφατες έγχρωμες φωτογραφίες (τύπου ταυτότητας), σε περίπτωση που το αρχικό πιστοποιητικό έφερε φωτογραφία.
(γ) Σε περίπτωση κλοπής, δήλωση κλοπής σε αρμόδια αστυνομική αρχή, ή
(δ) σε περίπτωση απώλειας ή ολικής καταστροφής από οποιαδήποτε αιτία, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986 (Α’ 75) με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής ή ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr) για το γεγονός της απώλειας ή ολικής καταστροφής προς την αρχή που εξέδωσε την ΑΟΜ ή το ΠΕΕ.
(ε) Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986 (Α’ 75) με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής ή ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr) στην οποία θα δηλώνεται ότι το Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Επάρκειας (ΠΕΕ) Οδικού Μεταφορέα Επιβατών δεν παρακρατείται από δημόσια αρχή στην Ελλάδα ή το εξωτερικό και ότι σε περίπτωση που βρεθεί θα παραδοθεί στην υπηρεσία που το εξέδωσε.
(στ) Σε περίπτωση φθοράς, η φθαρμένη ΑΟΜ ή το φθαρμένο ΠΕΕ.
2. Το αντίγραφο φέρει τον ίδιο αριθμό με την αρχική ΑΟΜ ή το αρχικό ΠΕΕ και αναγράφει την αιτία χορήγησης.
Κεφάλαιο Γ’. Έλεγχος μεταφορικών επιχειρήσεων, διοικητικές κυρώσεις και διοικητικά μέτρα
Άρθρο 11
Έλεγχοι
1. Η αρμόδια αρχή του άρθρου 3 της παρούσας, μετά την αρχική χορήγηση της ΑΟΜ, ελέγχει εάν η επιχείρηση συνεχίζει να πληροί ορισμένες ή όλες, κατά περίπτωση, τις απαιτήσεις της παρ. 2 του άρθρου 4 της παρούσας.
2. Οι έλεγχοι μπορούν να αφορούν ορισμένες ή όλες τις ανωτέρω απαιτήσεις, διενεργούνται εξ αποστάσεως ή/και, κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής, και πραγματοποιούνται στις εξής περιπτώσεις:
(α) Κατά την ανανέωση της ΑΟΜ μετά τη λήξη ισχύος της, με τη διαδικασία του άρθρου 4.
(β) Μετά από υποβολή αιτήματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΚ) 1071/2009, με τη διαδικασία της παρ. 2. του παρόντος άρθρου.
(γ) Κατόπιν αιτήματος παροχής πληροφοριών που υποβλήθηκε από άλλο κράτος μέλος της ΕΕ μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την Εσωτερική Αγορά (ΙΜΙ), σύμφωνα με τις παρ. 4 έως 7 του άρθρου 18 του Κανονισμού (ΕΚ) 1071/2009, εφ’ όσον κρίνεται αναγκαίο από την αρμόδια αρχή να πραγματοποιηθεί έλεγχος της πραγματικής και σταθερής εγκατάστασης της επιχείρησης, με τη διαδικασία της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.
(δ) Στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 7 (αύξηση στόλου επιχείρησης) της παρούσας.
(ε) Κατά τον έλεγχο αξιοπιστίας της επιχείρησης, με τη διαδικασία του άρθρου 13 της παρούσας.
(στ) Κατόπιν υποβολής καταγγελίας και εφόσον κριθεί αναγκαία η διενέργεια ελέγχου, μετά την αξιολόγησή της από την αρμόδια αρχή.
(ζ) Σε κάθε περίπτωση που ο έλεγχος κρίνεται αναγκαίος από την αρμόδια αρχή, λαμβάνοντας υπόψιν την κατάταξη της επιχείρησης στο Σύστημα Αποτίμησης Επικινδυνότητας της παρ. 1 του άρθρου 30 της υπό στοιχεία Φ451/107877/08-04-2022 (Β’ 1765) κοινής υπουργικής απόφασης.
3. Για τον έλεγχο στις περ. (β) και (γ) της παρ. 2, η αρμόδια αρχή αποστέλλει στην μεταφορική επιχείρηση αίτημα να υποβάλει ορισμένα ή όλα, κατά περίπτωση, τα δικαιολογητικά των άρθρων 5 έως 8, ηλεκτρονικά ή σε φυσική μορφή, εντός προθεσμίας εξήντα (60) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση του αιτήματος. Η αρμόδια αρχή ελέγχει τα δικαιολογητικά που υποβλήθηκαν, μπορεί να ζητά προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις και συντάσσει έκθεση ελέγχου στην οποία καταγράφονται τυχόν ελλείψεις.
4. Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί την έκθεση ελέγχου στη μεταφορική επιχείρηση, η οποία καλείται να εκθέσει τις απόψεις της εντός προθεσμίας εξήντα (60) εργασίμων ημερών από την επομένη της κοινοποίησης. Εάν δεν υποβληθούν εμπρόθεσμα απόψεις ή υποβληθούν αλλά κριθούν αβάσιμες, η αρμόδια αρχή ακολουθεί τη διαδικασία του άρθρου 12 της παρούσας.
Άρθρο 12
Ανάκληση άδειας άσκησης επαγγέλματος οδικού μεταφορέα επιβατών
1. Εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι μια μεταφορική επιχείρηση δεν πληροί πλέον μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 4, με την επιφύλαξη του άρθρου 13, τάσσει με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη («απόφαση προσωρινής λειτουργίας») προθεσμία έξι (6) μηνών στην επιχείρηση να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ελλείπουν. Η προθεσμία μπορεί να παραταθεί αιτιολογημένα για διάστημα έως τριών (3) μηνών στις περιπτώσεις της περ. (α) της παρ. 1 του άρθρου 13 του Κανονισμού (ΕΚ) 1071/2009.
2. Εάν εντός της ανωτέρω προθεσμίας δεν πληρωθούν οι προϋποθέσεις που ελλείπουν, εκδίδεται απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη με την οποία:
(α) Ανακαλούνται η ΑΟΜ, οι κοινοτικές άδειες, τα γνήσια επικυρωμένα αντίγραφα των κοινοτικών αδειών και οι βεβαιώσεις οδηγού του Κανονισμού (ΕΚ) 1073/2009, τα οποία καλείται η επιχείρηση να επιστρέψει.
(β) Απαγορεύεται η κυκλοφορία των οχημάτων ΔΧ της επιχείρησης και αφαιρούνται τα στοιχεία κυκλοφορίας τους.
Κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης κυκλοφορίας επιτρέπεται η μεταβίβαση των οχημάτων. Η απαγόρευση κυκλοφορίας αίρεται με την έκδοση ΑΟΜ. Σε περίπτωση που μέσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την ημερομηνία ανάκλησης της ΑΟΜ δεν γίνει μεταβίβαση, το δικαίωμα κυκλοφορίας ΛΔΧ ανακαλείται.
3. Η αρμόδια αρχή καταχωρίζει στο Εθνικό Μητρώο Μεταφορικών Επιχειρήσεων (ΕΜΜΕ) τις μεταβολές στην κατάσταση της επιχείρησης σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Η απαγόρευση κυκλοφορίας των οχημάτων ΔΧ της επιχείρησης καταχωρίζεται από την αρμόδια αρχή στο ΕΜΜΕ και ενημερώνεται το Μητρώο Αδειών Κυκλοφορίας Οχημάτων. Στα στοιχεία των οχημάτων ΔΧ, των οποίων έχει απαγορευτεί η κυκλοφορία σύμφωνα με αυτό το άρθρο, έχουν πρόσβαση οι αρχές οδικού ελέγχου του άρθρου 2 του ν. 3446/2006 και τα Κέντρα Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων (ΚΤΕΟ).
Άρθρο 13
Έλεγχος αξιοπιστίας επιχείρησης
1. Για τον έλεγχο αξιοπιστίας της επιχείρησης σύμφωνα με την περ. (α) της παρ. 2 του άρθρου 58 του ν. 4530/2018 (Α’ 59), λαμβάνονται υπόψη οι παραβάσεις:
(α) Του Παραρτήματος IV του Κανονισμού (ΕΚ) 1071/2009 και
(β) του Παραρτήματος Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/403 που έχουν διαπραχθεί κατά την τελευταία διετία στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ, έχουν καταχωριστεί στο ΕΜΜΕ σύμφωνα με την περ. (ε) της παρ. 2 του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΚ) 1071/2009 και δεν υπόκεινται πλέον σε ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα βοηθήματα που ασκήθηκαν έχουν τελεσίδικα απορριφθεί.
2. Οι παραβάσεις κατατάσσονται ανάλογα με το βαθμό σοβαρότητας σε Ιδιαζόντως Σοβαρές Παραβάσεις (ΙΣΠ), Πολύ Σοβαρές Παραβάσεις (ΠΣΠ) και Σοβαρές Παραβάσεις (ΣΠ). Οι ανωτέρω παραβάσεις βαθμολογούνται ανάλογα με τη σοβαρότητά τους ως εξής: ΙΣΠ 90 βαθμοί ποινής, ΠΣΠ 30 βαθμοί ποινής, ΣΠ 10 βαθμοί ποινής.
Η διαδικασία ελέγχου ξεκινάει όταν η επιχείρηση υπερβεί το όριο των ενενήντα (90) βαθμών ποινής, «ανά όχημα, ανά έτος». Οι βαθμοί ποινής «ανά όχημα, ανά έτος» είναι ο μέσος όρος του συνόλου των βαθμών ποινής που συγκέντρωσε η επιχείρηση κατά τη διάρκεια ενός κυλιόμενου ημερολογιακού έτους, δια του μέσου αριθμού των οχημάτων που χρησιμοποιούνται στο ίδιο χρονικό διάστημα.
3. Η αρμόδια αρχή αποστέλλει ενημέρωση στη μεταφορική επιχείρηση όταν κινηθεί η διαδικασία ελέγχου αξιοπιστίας. Με το ίδιο έγγραφο η επιχείρηση καλείται να εκθέσει τις απόψεις της εντός προθεσμίας εξήντα (60) εργάσιμων ημερών.
4. Με απόφαση του Περιφερειάρχη, που εκδίδεται με εισήγηση της αρμόδιας αρχής, αφού ληφθούν υπόψη οι απόψεις της μεταφορικής επιχείρησης, τάσσεται προθεσμία έξι (6) μηνών στην επιχείρηση να λάβει μέτρα για να διορθώσει την κατάστασή της («προθεσμία συμμόρφωσης»). Η προθεσμία μπορεί να παραταθεί με απόφαση του Περιφερειάρχη για διάστημα έως έξι (6) μηνών, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις.
5. Η αξιοπιστία της επιχείρησης δεν αίρεται εφ’ όσον κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας συμμόρφωσης η επιχείρηση πληροί τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:
(α) Δεν υπερβαίνει το όριο των 90 βαθμών ποινής της παρ. 1 ή
(β) δεν έχει διαπράξει καμία ΙΣΠ εντός της προθεσμίας συμμόρφωσης της παρ. 4 ή
(γ) σε περίπτωση που έχει διαπράξει παραβάσεις εντός της προθεσμίας συμμόρφωσης, αυτές αποτελούνται τουλάχιστον κατά 50% από ΣΠ ή
(δ) η βαθμολογία της στο σύστημα αποτίμησης επικινδυνότητας της παρ. 1 του άρθρου 30 της υπό στοιχεία Φ451/107877/8.4.2022 (Β’ 1765) κοινής υπουργικής απόφασης έχει μειωθεί κατά ποσοστό τουλάχιστον 10% στο διάστημα της προθεσμίας συμμόρφωσης.
Στην περίπτωση αυτή ο Περιφερειάρχης, με εισήγηση της αρμόδιας αρχής, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση περί διατήρησης της αξιοπιστίας, η οποία καταχωρίζεται στο ΕΜΜΕ.
6. Εφ’ όσον κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας συμμόρφωσης η επιχείρηση δεν πληροί τα κριτήρια της παρ. 5, ο Περιφερειάρχης εκτιμά κατά πόσον, λόγω ειδικών συνθηκών, η άρση της αξιοπιστίας συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογο μέτρο. Στο πλαίσιο αυτής της εκτίμησης ο Περιφερειάρχης λαμβάνει υπόψη ιδίως:
(α) την κατηγορία και τον αριθμό σοβαρών παραβάσεων (ΣΠ, ΠΣΠ, ΙΣΠ) που έχει διαπράξει η επιχείρηση από την έναρξη της προθεσμίας συμμόρφωσης της παρ. 4, σε σχέση με το μέγεθος της επιχείρησης,
(β) εάν η επιχείρηση επικαλείται και αποδεικνύει ότι δεν συμμορφώθηκε για έκτακτους λόγους ή λόγους ανωτέρας βίας.
Πριν την έκδοση της απόφασης καλείται η επιχείρηση να εκθέσει τις απόψεις της εντός εξήντα (60) εργασίμων ημερών. Όταν ο Περιφερειάρχης εκτιμά ότι η άρση της αξιοπιστίας δεν είναι δυσανάλογη, τότε εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση περί άρσης των εχεγγύων αξιοπιστίας σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο.
7. Με την απόφαση άρσης της αξιοπιστίας ο Περιφερειάρχης:
(α) Κηρύσσει την άρση αξιοπιστίας της μεταφορικής επιχείρησης, ως διοικητική κύρωση, για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών,
(β) επιβάλλει τα διοικητικά μέτρα της υποπερ. (αα) της περ. (β) της παρ. 2 του άρθρου 58 του ν. 4530/2018 και
(γ) απαγορεύει την κυκλοφορία των οχημάτων ΔΧ της επιχείρησης. Κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης κυκλοφορίας επιτρέπεται η μεταβίβαση των οχημάτων.
Η αρμόδια αρχή εφαρμόζει αναλογικά την παρ. 3 του άρθρου 12 της παρούσας. Μετά τη λήξη της περιόδου άρσης αξιοπιστίας, η αξιοπιστία της μεταφορικής επιχείρησης αποκαθίσταται.
8. Οι βαθμοί ποινής της μεταφορικής επιχείρησης που οδήγησαν σε έναρξη διαδικασίας ελέγχου μηδενίζονται:
(α) Μετά τη λήξη της περιόδου άρσης αξιοπιστίας ή
(β) όταν εκδοθεί απόφαση διατήρησης της αξιοπιστίας.
9. Εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει με οποιονδήποτε τρόπο μετά τη χορήγηση της ΑΟΜ ότι για το φυσικό πρόσωπο που είναι ιδιοκτήτης της μεταφορικής επιχείρησης δεν συντρέχουν πλέον οι προϋποθέσεις αξιοπιστίας της παρ. 1 του άρθρου 58 του ν. 4530/2018 (Α’59), εφαρμόζει αναλογικά τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 12 της παρούσας.
Άρθρο 14
Άρση αξιοπιστίας και κήρυξη ακαταλληλότητας διαχειριστή μεταφορών
1. Ο διαχειριστής μεταφορών χάνει την αξιοπιστία του σύμφωνα με την περ. (α) της παρ. 2 του άρθρου 58 του ν. 4530/2018 (Α’ 59) όταν χάσει την αξιοπιστία της η μεταφορική επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 13 της παρούσας, εκτός εάν επικαλείται και αποδεικνύει ότι δεν ήταν αυτός ο ορισμένος διαχειριστής μεταφορών της επιχείρησης κατά το χρόνο που διαπράχθηκαν ορισμένες από τις παραβάσεις που κίνησαν την διαδικασία ελέγχου.
2. Η απώλεια της αξιοπιστίας του διαχειριστή μεταφορών
(α) Κηρύσσεται με αιτιολογημένη απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη που αναφέρει το χρονικό διάστημα άρσης της αξιοπιστίας και τα μέτρα αποκατάστασης και
(β) καταχωρίζεται στο ΕΜΜΕ από την αρχή που εξέδωσε την απόφαση άρσης αξιοπιστίας. Η απώλεια της αξιοπιστίας διαρκεί ένα (1) έτος. Στο διάστημα αυτό η ισχύς του ΠΕΕ τελεί σε αναστολή και δεν επιτρέπεται ο ορισμός του φυσικού προσώπου ως διαχειριστή μεταφορών σε μεταφορική επιχείρηση στην Ελλάδα ή σε άλλο ΚΜ ΕΕ.
3. Η απόφαση κοινοποιείται:
(α) Στον διαχειριστή μεταφορών,
(β) στην αρχή που εξέδωσε το ΠΕΕ,
(γ) στη μεταφορική επιχείρηση όπου είναι ορισμένος ο διαχειριστής και
(δ) σε άλλες αρμόδιες αρχές, εφ’ όσον από το ΕΜΜΕ προκύπτει ότι ο κάτοχος του ΠΕΕ έχει οριστεί διαχειριστής μεταφορών και σε άλλη μεταφορική επιχείρηση.
4. Η αξιοπιστία του φυσικού προσώπου αποκαθίσταται μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος της άρσης αξιοπιστίας και εφ’ όσον μεσολαβήσει μέτρο αποκατάστασης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 15. Η αποκατάσταση της αξιοπιστίας κηρύσσεται με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη κατόπιν αίτησης του φυσικού προσώπου και καταχωρείται από την αρμόδια αρχή στο ΕΜΜΕ.
Άρθρο 15
Μέτρα αποκατάστασης αξιοπιστίας
1. Εάν η απώλεια αξιοπιστίας της μεταφορικής επιχείρησης οφείλεται στην απώλεια αξιοπιστίας του διαχειριστή μεταφορών, προϋπόθεση αποκατάστασης αξιοπιστίας της μεταφορικής επιχείρησης είναι ο ορισμός διαχειριστή μεταφορών που διαθέτει τα εχέγγυα αξιοπιστίας.
2. Προϋπόθεση για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του διαχειριστή μεταφορών που κηρύχθηκε ακατάλληλος είναι:
Πληροφοριακά συστήματα
1. Τα ακόλουθα πληροφοριακά συστήματα χρησιμοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) 1071/2009 και της ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα επιβατών:
(α) Το Εθνικό Μητρώο Μεταφορικών Επιχειρήσεων (EMME) του άρθρου 9 του ν. 3887/2010 (Α’ 174).
(β) Το πληροφοριακό σύστημα της παρ. 2 του άρθρου 30 της υπό στοιχεία Φ451/107877/8.4.2022 (Β’ 1765) κοινής υπουργικής απόφασης για τους ελέγχους φορτηγών και λεωφορείων Δημοσίας Χρήσης, το οποίο επεκτείνεται σύμφωνα με την παρ. 2, κατωτέρω.
(γ) Η διασύνδεση των εθνικών ηλεκτρονικών Μητρώων μεταφορικών επιχειρήσεων μέσω του Ευρωπαϊκού Μητρώου Επιχειρήσεων Οδικών Μεταφορών (European Registers of Road Transport Undertakings, ERRU).
(δ) Το Σύστημα Πληροφόρησης για την Εσωτερική Αγορά (Internal Market Information System, IMI) του Κανονισμού (ΕΕ) 1024/2012.
2. Το σύστημα αποτίμησης επικινδυνότητας της παρ. 1 του άρθρου 30 της υπό στοιχεία Φ451/107877/8.4.2022 (Β’ 1765) κοινής υπουργικής απόφασης και το πληροφοριακό σύστημα της παρ. 2 του άρθρου 30 της υπό στοιχεία Φ451/107877/8.4.2022 κοινής υπουργικής απόφασης, επεκτείνονται για τις μεταφορικές επιχειρήσεις, ώστε να περιλαμβάνουν όλες τις παραβάσεις της περ. (β) της παρ. 1 του άρθρου 6 του Κανονισμού (ΕΚ) 1071/2009 που αναφέρονται στο Παράρτημα IV του Κανονισμού (ΕΚ) 1071/2009 και στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/403.
3. Στα πληροφοριακά συστήματα των περ. (α), (β) και (γ) της παρ. 1 έχουν πρόσβαση:
(α) Οι Διευθύνσεις Μεταφορών και Επικοινωνιών των Περιφερειών της Χώρας, για τις λειτουργίες των περ. (α) έως και (ε) του άρθρου 17.
(β) Οι αρχές ελέγχου του άρθρου 2 του ν. 3446/2006 και του άρθρου 21 της υπό στοιχεία Φ451/107877/8.4.2022 κοινής υπουργικής απόφασης, για τις λειτουργίες των περ. (δ) και (ε) του άρθρου 17.
(γ) Η Υπηρεσία Υποστήριξης Πληροφορικής και Ηλεκτρονικών Συστημάτων του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, για τις λειτουργίες των περ. (στ) και (θ) του άρθρου 17.
4. Στο Σύστημα Πληροφόρησης για την Εσωτερική Αγορά (IMI) στην Ενότητα «Οδικές Μεταφορές – Όροι Εγκατάστασης» έχουν πρόσβαση:
(α) Το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, με ρόλο Συντονιστή.
(β) Οι Διευθύνσεις Μεταφορών και Επικοινωνιών των Περιφερειών της Χώρας, με ρόλο Αρχής.
Άρθρο 17
Λειτουργίες των πληροφοριακών συστημάτων
1. Τα πληροφοριακά συστήματα των περ. (α) έως (γ) της παρ. 1 του άρθρου 16 υποστηρίζουν ιδίως τις ακόλουθες λειτουργίες:
(α) Έκδοση Άδειας Οδικού Μεταφορέα Επιβατών, Κοινοτικής Άδειας, Επικυρωμένου Αντιγράφου Κοινοτικής Άδειας, Βεβαίωσης Λειτουργίας Μεταφορικής Επιχείρησης.
(β) Καταχώριση στοιχείων των πιστοποιητικών επαγγελματικής επάρκειας (ΠΕΕ).
(γ) Καταχώριση στοιχείων για τη μεταφορική επιχείρηση και το νόμιμο εκπρόσωπο, ορισμό διαχειριστή μεταφορών, καταχώριση στοιχείων για τα οχήματα που διαθέτει η μεταφορική επιχείρηση, για την αξιοπιστία της μεταφορικής επιχείρησης και του διαχειριστή μεταφορών και για την αποτίμηση επικινδυνότητας της επιχείρησης.
(δ) Καταχώριση στοιχείων των ελέγχων μεταφορικών επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται καθ’ οδόν ή στη έδρα τους, των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν και των διοικητικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν.
(ε) Αποστολή και αναζήτηση/λήψη δεδομένων από άλλα κράτη μέλη ΕΕ μέσω των λειτουργιών του ERRU που περιγράφονται στο Παράρτημα ΙΙ του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/480.
(στ) Εξαγωγή στατιστικών στοιχείων.
(ζ) Αποτίμηση επικινδυνότητας μεταφορικών επιχειρήσεων.
(η) Υποστήριξη της διαδικασίας εκκίνησης ελέγχου αξιοπιστίας μεταφορικής επιχείρησης.
(θ) Διασφάλιση της πρόσβασης του κοινού στα δεδομένα των περ. (α) έως (δ) της παρ. 2 του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΚ) 1071/2009.
Άρθρο 18
Δεδομένα που τηρούνται στα πληροφοριακά συστήματα
1. Στα πληροφοριακά συστήματα που αναφέρονται στις περ. (α) έως (γ) της παρ. 1 του άρθρου 16 και στις εφαρμογές που λειτουργούν σε αυτά, τυγχάνουν επεξεργασίας τα προσωπικά δεδομένα που είναι απαραίτητα για την επίτευξη των σκοπών τους και ανήκουν ιδίως σε φυσικά πρόσωπα που ασκούν ατομική επιχείρηση, στους νόμιμους εκπροσώπους νομικών προσώπων και στους διαχειριστές μεταφορών, στα οποία περιλαμβάνονται ενδεικτικά τα δεδομένα της παρ. 2 του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΚ) 1071/2009, του άρθρου 24 του Κανονισμού (ΕΚ) 1073/2009, της απόφασης της Επιτροπής 2009/992/ΕΕ, του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/480, του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/403, του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2022/695, της παρ. 2 του άρθρου 30 της υπό στοιχεία Φ451/107877/8.4.2022 κοινής υπουργικής απόφασης, του άρθρου 58 του ν. 4530/2018 και της παρ. 2 του άρθρου 11 και της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 5058/2023.
2. Τα στοιχεία των αδειών κυκλοφορίας των οχημάτων που διαθέτει η επιχείρηση και έχουν ταξινομηθεί στην Ελλάδα αντλούνται από το Πληροφοριακό Σύστημα Αδειών Κυκλοφορίας του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών. Για το φυσικό πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση ή για το νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου που ασκεί την επιχείρηση και για τον διαχειριστή μεταφορών, αν είναι διαφορετικό πρόσωπο, τα στοιχεία του αντλούνται από την ΑΑΔΕ μέσω Taxisnet. Τα πληροφοριακά συστήματα που αναφέρονται στις περ. (α) έως (γ) της παρ. 1 του άρθρου 16 μπορούν να διαλειτουργούν με άλλα πληροφοριακά συστήματα ή βάσεις δεδομένων του Ελληνικού Δημοσίου για την άντληση των δεδομένων που τηρούνται σε αυτά.


