

Επίσης, κάτι ακόμα. Απ’ όσο γνωρίζουμε, σε κανένα Δελτίο Τύπου ή ανακοίνωση για την έκθεση δεν αναφέρεται – κάτι που συνέβαινε και στο παρελθόν – ότι πληρώνεις εισιτήριο για να την παρακολουθήσεις.
Πηγαίνει δηλαδή μια οικογένεια ή μία παρέα από την επαρχία – που τους ενδιαφέρει άμεσα η έκθεση, αφού βλέπουν μαζεμένα (όχι όλα, αλλά πολλά) μοντέλα της ελληνικής αγοράς σε έναν χώρο – και ξαφνικά πρέπει να δώσει 30-40 ευρώ, χωρίς προειδοποίηση.
Τι εννοούμε όταν λέμε “Δε Μπα Μι”;
“Δε Μπάει Μία”. “Δεν πάει μία”, όταν ένα μηχανάκι είναι αργό, δεν πηγαίνει. Το αντίθετο του γρήγορου.
Και οι Αθηνέζοι συνεχίζουν να αγοράζουν αυτοκίνητα!
Παρ’όλο τον χαμό που γίνεται καθημερινά σχεδόν οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας στο Λεκανοπέδιο με τα μποτιλιαρίσματα… οι Αθηναίοι συνεχίζουν κι αγοράζουν αυτοκίνητα. +30% πάνω οι πωλήσεις το πρώτο δίμηνο του ’26. Μυαλό δε βάζετε, γι’ αυτό και σας αξίζει να χάνετε μια ζωή εγκλωβισμένοι μέσα στο μεταλλικό κουτί σας. Σαρδελοποίηση…
Από κει που όλα ήταν χύμα και το αλκοόλ έδινε και έπαιρνε (μαζί με τα ατυχήματα που προκαλούνταν από μεθυσμένους οδηγούς αυτοκινήτων κυρίως) περάσαμε στην υπερβολή της υπεραστυνόμευσης. Μπήκε λοιπόν ένα εξαιρετικά αυστηρό όριο αλκοόλ για τους αναβάτες μοτοσυκλέτας, στο 0,10 mg/L εκπνεόμενου αέρα, ενώ το όριο για τους οδηγούς αυτοκινήτου είναι υπερδιπλάσιο, στα 0,25 mg/L εκπνεόμενου αέρα!
Αυτό κι αν είναι μοτο-ρατσισμός και αντι-μοτοσυκλετισμός…
“Α, εδώ παιδί μου γίνονται ατυχήματα κάθε μέρα” ακούω να λέει ο υπάλληλος του φούρνου που βρίσκεται σε κομβικό σημείο/διασταύρωση της Αθήνας, η οποία είναι φανερά προβληματική και γίνονται διαρκώς τροχαία, και μένω άναυδος. “Ξέρεις πόσοι και πόσες φορές έχουμε απευθυνθεί στο Υπουργείο και στην Αστυνομία και στους αρμόδιους φορείς; Πάει χρόνια αυτή η υπόθεση…” Ξανά άναυδος…
Είναι αδιανόητο και πλήρως ανόητο ή μάλλον εγκληματικό, το γεγονός πως υπάρχουν επικίνδυνα σημεία και διασταυρώσεις στην πόλη και στην επαρχία, όπου συμβαίνουν διαρκώς και συστηματικά σοβαρά ατυχήματα… και η πολιτεία δεν κάνει τίποτε για αυτό!
Πώς είναι δυνατόν να υφίστανται επί χρόνια σημεία “καρμανιόλες” και το αρμόδιο Υπουργείο να αδιαφορεί; Αν αδιαφορεί για την ακεραιότητα και τη ζωή των “χορηγών” του, των πολιτών που υπηρετεί, με ποιο ακριβώς αντικείμενο ασχολείται; Μήπως με τον εισπρακτικό νέο ΚΟΚ με τις δεκάδες τρύπες και τους παράλογους νόμους του;
Συνηθισμένο λάθος των συντακτών που καλύπτουν το ετήσιο ιταλικό σαλόνι μοτοσυκλέτας, την EICMA. Γράφουν: “Στο σαλόνι του Μιλάνο”. Παιδιά, το Μιλάνο κλίνεται, άρα λέμε “Στο σαλόνι του Μιλάνου”. Θυμηθείτε πως μιλάμε για τον “Καθεδρικό ναό του Μιλάνου” ή την “Σκάλα του Μιλάνου”.
Αν το σαλόνι μοτοσυκλέτας γινόταν στο Λονδίνο θα έγραφαν “Στο σαλόνι του Λονδίνο”;
Το συναντάμε πολύ συχνά σε κείμενα συναδέλφων στα περιοδικά, ηλεκτρονικά ή χάρτινα του χώρου της μοτοσυκλέτας. Γράφουν τις “ξένες” λέξεις… στα “ξένα”.
Μπορούν άραγε οι λέξεις εντούρο, τράιαλ, σκούτερ, μοτοκρός να γράφονται στα ελληνικά; Ή μήπως πρέπει να γράφονται enduro, trial, motocross υποχρεωτικά;
Στο ελληνικό λεξιλόγιο υπάρχουν εξελληνισμένα τα καπό, πορτμπαγκάζ, παρμπρίζ, βολάν, βαλβολίνη, σασμάν, ντιστριμπιτέρ, λεβιέ, πεντάλ, μοτέρ, σασί, μπουζί, ρουλεμάν, αμορτισέρ, αμπραγιάζ, ρεζερβουάρ, καρμπυρατέρ… λίγες παραπάνω λέξεις θα μας βλάψουν;
Γιατί χρησιμοποιούμε γαλλικές λέξεις στην ελληνική αυτοκινητιστική – μοτοσυκλετική ορολογία; Πρώτον, γιατί πρώτα απ’ όλα δεν υπήρχαν αυτές οι λέξεις στο λεξιλόγιό μας, ήρθαν με τα πρώτα αυτοκίνητα, άρα δημιουργήθηκαν αργότερα.
Για τον έναν ή τον άλλο λόγο, εμείς είμαστε της γαλλικής σχολής, αφού οι Γάλλοι πρόλαβαν τους Εγγλέζους. Κι επειδή έχουμε συνηθίσει την γαλλική ορολογία. Ευτυχώς από μια πλευρά, γιατί αν πηγαίναμε με τους Εγγλέζους θα οδηγούσαμε αριστερά στο δρόμο και η ορολογία που αναφέραμε παραπάνω, θα είχε γίνει: τρανκ, χουντ, γουίντ-σιλντ (!), στίρινγκ γουίλ, γκίαρμποξ, ντιστρίμπιουτορ, αλλά και σπαρκ-πλαγκ, έντζιν, κλάτς, τάνκ, καρμπουρέιτορ…
Βλέπω πολλούς να δυσκολεύονται να γράψουν “σκούτερ” και προτιμούν το scooter, παρότι η λέξη στα αγγλικά έχει δύσκολη ορθογραφία και δεν διαβάζεται εύκολα από Έλληνες (αντί για “k” έχει “c” κι αντί για “οu” έχει “οο”).
Όπως δεν γράφουμε party, pub ή bar, έτσι δεν γράφουμε πλέον και scooter. H λέξη σκούτερ έχει εξελληνιστεί. Άσε που υπάρχουν και παλιά, ελληνικά επώνυμα με τη λέξη σκούτερ: Σκουτερίδης, Σκουτερόπουλος… όσο αστείο και να ακούγεται.
Πριν από χρόνια μια εταιρία μοτοσυκλέτας είχε γενέθλια, μεγάλα γενέθλια. Ο κόσμος, οι προσωπικότητες και οι “προσωπικότητες” συνέρρεαν κατά ομάδες. Το κλίμα ανεβασμένο.
Ένα σωρό σημαντικές μοτοσυκλέτες είχαν συγκεντρωθεί για αυτή τη γιορτή, αυτές που ήταν η αιτία που βρισκόμασταν εκεί, αυτές που έφερναν όλους αυτούς τους ανθρώπους κοντά, ήταν παρατεταγμένες υπάκουα γύρω τους.
Κι όμως, σχεδόν κανένας δεν έδωσε σημασία στις μοτοσυκλέτες, σχεδόν κανένας δεν τις φωτογράφισε, κανένας σχεδόν δεν τις ανέβασε στα κοινωνικά δίκτυα.
Όλοι ασχολούνταν με τις προσωπικότητες και τις “προσωπικότητες”… τις οποίες όμως κατά σύμπτωση τις είχαν “δημιουργήσει”, αναδείξει, διαμορφώσει, αυτές οι περιφρονημένες μοτοσυκλέτες που κανείς δεν φωτογράφισε και δεν τους έδωσε σημασία. Τι ειρωνεία ε;
Είναι πολύ συνηθισμένο να ακούς για κάποιο δεύτερο ή τρίτο αναβάτη σε αγώνες, πως είναι “αργός” και γενικά όχι καλός, τη στιγμή που η διαφορά του από τον πρώτο μπορεί να είναι ελάχιστα δέκατα του δευτερολέπτου σε κάθε γύρο.
Παρότι η διαφορά των δύο φαίνεται στο τέλος του αγώνα – εξάλλου, αυτή είναι και η σκοπιμότητα ενός αγώνα με πολλούς γύρους – στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρές οι διαφορές τους, για να δοξάζεται ο ένας και να περιφρονείται ο άλλος. Υπερ-αθλητές είναι και οι περισσότεροι και λίγος σεβασμός προς αυτούς δεν βλάπτει.
Τσοπάνης (κυριολεκτικά) κατεβαίνει από το βουνό και πηγαίνει σε κατάστημα πώλησης μοτοσυκλετών. Βλέπει ένα μεταχειρισμένο μηχανάκι που τον ενδιαφέρει και ρωτάει.
“Αυτό είναι καλό;”
“Καλό είναι” του λέει ο πωλητής
“Εντάξει. Και πόσα αρνιά κάνει;”, ρωτάει ο τσοπάνης.
Κόκαλο ο πωλητής…
Αυτά προς το παρόν, τα λέμε τον άλλο μήνα…
Β. Α.