

Εσύ αγαπητέ συνάδελφε δημοσιογράφε μοτοσυκλέτας που σηκώνεσαι χρονιάρες μέρες (και αργίες) και ανεβάζεις στην ιστοσελίδα σου ένα ακόμα θανατηφόρο ατύχημα (είναι μόδα πλέον, για κάποιο λόγο) στο οποίο εμπλέκεται μοτοσυκλέτα, ποιο ακριβώς συμφέρον νομίζεις ότι υπηρετείς; Σίγουρα, το γνωρίζουμε πολύ καλά: το αίμα και ο θάνατος φέρνουν κλικ, όπως ακριβώς και η κακή δημοσιογραφία προσωρινού εντυπωσιασμού, πάμπολλες είναι οι αποδείξεις γύρω μας.
Στην πραγματικότητα, ρίχνεις λάδι στη φωτιά του αντιμοτοσυκλετισμού, υπηρετείς αυτούς που είναι εναντίον των δύο τροχών (και είναι πολλοί, οι περισσότεροι, το ξέρεις).
Σχεδόν καμία αυτοκινητιστική ιστοσελίδα δεν αναφέρει ατυχήματα που γίνονται με αυτοκίνητα με τέτοια συχνότητα, κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο.
Δεν θα έκαναν ποτέ το παραμικρό που θα έπληττε ή θα δυσφήμιζε τον κλάδο με οποιονδήποτε τρόπο, στο ελάχιστο. Ξανασκέψου το, λοιπόν, πριν το ξανακάνεις, γιατί στην πραγματικότητα όταν μεταδίδεις μια τέτοια είδηση, χωρίς έρευνα, εμβάθυνση, ανάλυση και συμπεράσματα, δεν παρέχεις υπηρεσία, παρά μόνο λειτουργείς επιφανειακά και για λογαριασμό του κίτρινου τύπου και τροφοδοτείς με τον καλύτερο τρόπο τις βαθιές προκαταλήψεις της ελληνικής κοινωνίας γύρω από τους δύο τροχούς.
Η γελοιότητα της “δημοσιογραφικής”μεταφοράς μιας είδησης για παραβάσεις του ΚΟΚ, του στυλ “Αναβάτης μοτοσυκλέτας, αιγυπτιακής καταγωγής, χωρίς δίπλωμα, πέρασε 3 κόκκινα πριν τον σταματήσουν” είναι τόσο μεγάλη όσο θα ήταν και το “Μεσήλικας αναβάτης μοτοσυκλετιστής, καταγωγής από την Κεφαλλονιά, χωρίς δίπλωμα πέρασε 3 κόκκινα πριν τον σταματήσουν”. Τι φταίει η Κεφαλλονιά ρε παιδιά; Το καταλαβαίνουμε ή να το κάνουμε λιανά;
Τον λένε Τόλη και δουλεύει σε ένα καφέ στο κέντρο της Αθήνας. Ο Τόλης ήθελε να λύσει το πρόβλημα της μετακίνησής του, γιατί έτρωγε κοντά στη μιάμιση ώρα με τις συγκοινωνίες να πάει και άλλο τόσο να γυρίσει από τη δουλειά.
Είπε λοιπόν να πάρει μια μοτοσυκλέτα. Ήρθε και μας ρώτησε, κι εμείς του είπαμε με λεπτομέρειες τι πιστεύαμε ότι έπρεπε να κάνει. Δοκίμασε και μια μοτοσυκλέτα μας για να πάρει μια ιδέα, αφού δεν είχε ξαναοδηγήσει από τη μέρα που πήρε το δίπλωμα και έδειξε να το σκέφτεται σοβαρά.
Λίγο καιρό μετά ήρθε να μας ανακοινώσει πως: “Τελικά πήρα αυτοκίνητο, την άφησα την ιδέα της μοτοσυκλέτας. Να πηγαίνουμε και κανένα ταξιδάκι με την κοπέλα μου, μωρέ…”.
Ο Τόλης σήμερα για να πάει και να έρθει στη δουλειά τρώει μέσα στο αυτοκίνητο κάτι παραπάνω από δύο ώρες την ημέρα. Επί πέντε ημέρες δουλειάς τη βδομάδα, καταναλώνει 10 ώρες – δηλαδή κάτι παραπάνω από μία εργάσιμη ημέρα τη βδομάδα βρίσκεται ανήμπορος, καθισμένος ακίνητος μέσα στο αυτοκίνητο.
Αν χρησιμοποιούσε μοτοσυκλέτα θα έκανε περίπου ένα τέταρτο να πάει και ένα να γυρίσει, άρα θα σπαταλούσε το πολύ δυόμιση ώρες τη βδομάδα.
Ο Τόλης είναι το ίδιο και ίσως περισσότερο δυστυχής από πριν μέσω της λάθος επιλογής του, αφού και πάλι δεν έλυσε το πρόβλημά του και πάλι χρησιμοποιεί τελικά τη συγκοινωνία και παράλληλα έχει φορτωθεί στο κεφάλι του ένα άχρηστο – σε καθημερινή βάση – αυτοκίνητο.
Σύμφωνα με τις τελευταίες στατιστικές, το τεράστιο πρόβλημα με τα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα της Αθήνας, μπορεί να μετρηθεί: οι αυτοκινητιστές έμειναν κολλημένοι στην κίνηση επί 111 ώρες το 2024. Παρότι μας φαίνεται πολύ μικρός ο αριθμός των χαμένων ωρών, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι μέσος όρος για όλους τους αυτοκινητιστές του λεκανοπεδίου. Όπως και να έχει 111 ώρες είναι 4,6 ημέρες το χρόνο χαμένες εντελώς και μάλιστα καταναλώνοντας χιλιάδες (κανείς δεν ξέρει) λίτρα βενζίνης στο ρελαντί με την αντίστοιχη οικονομική και οικολογική επιβάρυνση. Καλά τα τελευταία είναι και αμελητέα στο καζάνι της “μοντέρνας” ζωής…
Όσο δε για τα λεωφορεία που μπορούν να μεταφέρουν πολύ κόσμο, θα συμφωνήσουμε πως πρέπει να κινούνται μέσα σε “καθαρές” λεωφορειολωρίδες, έτσι ώστε να περνάνε ελεύθερα και γρήγορα χωρίς εμπόδια. Τώρα, λοιπόν, λόγω αυστηροποίησης του ΚΟΚ οι λεωφορειολωρίδες είναι άδειες, αλλά λεωφορεία δεν περνάνε!
Έχουν αραιώσει τα δρομολόγιά τους ή ο κόσμος δεν τα εμπιστεύεται; Όπως και να έχει, η μία από τις τρεις λωρίδες στις κεντρικές αρτηρίες της Αθήνας αχρηστεύεται – για κάποια αραιά δρομολόγια λεωφορείων – επιτείνοντας το πρόβλημα του μποτιλιαρίσματος.
Όταν φορέσεις με ευλάβεια τα αδιάβροχά, πριν ξεκινήσεις με τη μοτοσυκλέτα σου το πρωί, όσο φορτωμένος σύννεφα κι αν είναι ο ουρανός, τελικά δεν θα πέσει σταγόνα.
Αντίθετα, όταν ξεκινάς το πρωί χωρίς να πάρεις αδιάβροχα, λέγοντας “μπα, δε θα βρέξει” τότε σίγουρα θα βρέξει. Και μάλιστα καταρρακτωδώς.
Μόλις πιάσει η βροχή, μέχρι να φτάσεις στο πρώτο σκέπαστρο για να φορέσεις τα αδιάβροχά σου, θα έχεις ήδη γίνει παπί.
Έχετε προσέξει πόσο υποτιμητική είναι η συμπεριφορά των παρκαδόρων, των σεκιουριτάδων προς τους δίτροχους μοτοσυκλετιστές και σκουτερίστες; Μου συνέβη για ακόμα μια φορά έξω από πάρκινγκ εμπορικού κέντρου, παρότι είχα φροντίσει η παρκαρισμένη μοτοσυκλέτα μου να μην ενοχλεί ούτε στο παραμικρό κανέναν.
Όχι εκεί, πιο κάτω, πάρτην από κει” άκουσα μια φωνή πίσω μου.
“Σε μένα μιλάτε;” είπα βγάζοντας το κράνος και η στάση του κύριου υπαλλήλου του πάρκινγκ άλλαξε άρδην: “Εννοώ…” πήγε κάτι να πει, μετάνιωσε και έφυγε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το “Σε μένα μιλάτε;” που είχα πει, σήμαινε περισσότερο “Πρόσεχε πώς μου μιλάς” ή “Μίλα πιο όμορφα”, το οποίο λειτούργησε αποτρεπτικά στην απότομη συμπεριφορά του, το κατάλαβε… και όλα καλά…
Κουίζ για νέους και παλαιότερους μοτοσυκλετιστές: Τι σημαίνει “Ούζο”, “Ουζαρισμένο”
Η έκφραση αναφέρεται σε αναρτήσεις μοτοσυκλέτας που τα έχουν “παίξει” , δηλαδή έχουν διαρροή λαδιών και δεν αποσβαίνουν τις δυνάμεις που τους εξασκούνται, παρά μόνο λειτουργεί το ελατήριό τους.
Τώρα πως μπορεί μια “Ουζαρισμένη” ανάρτηση να έχει κάποια σχέση με το δημοφιλές, αλκοολούχο ελληνικό ποτό, διάσημο για το κακό επόμενο πρωϊνό (“δε θα ξαναπιώ ούζο στη ζωή μου”) μετά από νύχτα υπερκατανάλωσής του είναι κάτι που ίσως να μάθουμε αν ανατρέξουμε στα αρχαία βιβλία της γνώσης.
Πριν από πολλά χρόνια, έχω σπάσει το πόδι μου και κυκλοφορώ με γύψο. Συχνά-πυκνά λοιπόν, καθημερινά, διάφοροι με ρωτούσαν – με ένα ύφος στο οποίο διακρινόταν και μια χαιρεκακία – ξέρετε, αυτό που νιώθει κάποιος δικαιωμένος ή νιώθει και μια κρυφή χαρά για την ατυχία του άλλου – “Με μηχανάκι χτύπησες;”. Ναι, απαντούσα εγώ, δικαιώνοντας τις προκαταλήψεις τους, προσφέροντάς τους ικανοποίηση.
Ύστερα από λίγες μέρες, έχοντας βαρεθεί να σπάζομαι κάθε λίγο και λιγάκι με την κακία τους, το γύρισα τελείως:
“Με μηχανάκι;” ρωτάγανε, “Όχι, στην ιππασία”, τους απαντούσα. Έπρεπε να δείτε τα μούτρα τους, που ξαφνικά έλαμπαν από σεβασμό και θαυμασμό.
Αυτά προς το παρόν, τα λέμε τον άλλο μήνα.
Β. Α.